Εάν, σε περίπτωση που μετά την επίδοση από την αρμόδια ΔΟΥ κατασχετηρίου στα χέρια τρίτου (στην προκειμένη περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος) και τη θετική δήλωση αυτού, εξοφληθεί το ποσό της απαίτησης για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση και ακολουθήσει η απόδοση στη ΔΟΥ ποσού δυνάμει του κατασχετηρίου αυτού, η φορολογική διοίκηση οφείλει να επιστρέψει το ποσό της «υπερείσπραξης» που προκύπτει καθ’ υπέρβαση του κατασχετηρίου στον τρίτο ή απευθείας στον δικαιούχο–καθού η κατάσχεση, στην περίπτωση δε που υφίστανται σε βάρος του καθού οφειλέτη βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες ή μη οφειλές, εάν θα πρέπει να διενεργηθεί αυτεπάγγελτος συμψηφισμός.
Η φορολογική διοίκηση, στο πλαίσιο της εφαρμογής των αρχών της νομιμότητας και της χρηστής διοίκησης, οφείλει να επιστρέψει, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί παραγραφής, το ποσό τραπεζικής κατάθεσης που προέρχεται από την απόδοση του ποσού αυτού στο Δημόσιο, από το πιστωτικό ίδρυμα, ως τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση, δεδομένου ότι η οφειλέτιδα του Δημοσίου είχε ήδη εξοφλήσει το ποσό για το οποίο η κατάσχεση κατά της δικαιούχου της τραπεζικής κατάθεσης (υπερείσπραξη). Δεδομένου, δε, ότι η οφειλέτιδα του Δημοσίου και δικαιούχος του παραπάνω ποσού έχει υποβάλλει σχετικό αίτημα για επιστροφή του από το Δημόσιο, η απόδοση δύναται και ενδείκνυται να γίνει απευθείας σε αυτή είτε με την καταβολή στο τραπεζικό λογαριασμό από τον οποίο εκταμιεύτηκε ή σε όποιον άλλο η ίδια υποδείξει, ζήτημα που ανάγεται στη σφαίρα επιλογών της.
Ζήτημα συμψηφισμού απαιτήσεων του Δημοσίου με το επιστρεφόμενο αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό, δεν γεννάται, δεδομένου ότι η επιστροφή θα λάβει χώρα προς το σκοπό αποκατάστασης της νομιμότητας (κατά πλειοψηφία).
